Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Ο "ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ" ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΗΣΤΟΥ ΦΑΣΟΥΛΑ

 Ο «Εραστής της Αβύσσου» αυτοσυστήνεται και… προκαλεί!

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ...

«Ο Εραστής της Αβύσσου», το νέο του 

βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, αυσοσυστήνεται και σας… προκαλεί! Διαβάστε τα πρώτα κεφάλαια αμέσως πιο κάτω...

                                                                    ΜΠΑΜΠΑΣ

ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ τον γνώρισα όταν ήμουν τεσσάρων. Μέχρι τότε τον έκρυβε η μαμά. Όχι από μένα. Απ’ τον εαυτό της τον ίδιο.
Ήθελε, λέει, να μείνει μόνη της. Να κάνει ένα διάλειμμα. Έτσι μου είπε. Έτσι μου λέει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όχι ότι έχει περάσει και πολύς καιρός από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Παιδί είμαι ακόμα. Έτσι με λένε οι άλλοι, τουλάχιστον. Ακόμα κι ο μπαμπάς, ώρες ώρες. Καλά, για τη μαμά δεν το συζητάω, για κείνη είμαι ακόμα...
νήπιο. Και σιγά μην εξαιρούνταν απ’ τον κανόνα οι λοιποί συγγενείς και φίλοι. Εγώ βέβαια δεν έχω φίλους. Παρά μόνο μία φίλη. Που εγώ δεν τη βλέπω σαν φίλη, αλλά προς το παρόν δεν μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα γι’ αυτό.
Έτσι, λοιπόν, με βλέπουν όλοι: ως παιδί. Παιδάκι. Πιτσιρίκι. Μόμολο, μικρούλι, νιάνιαρο, μπασμένο… Αλλά, φυσικά, εγώ δε νιώθω έτσι. Δε νιώθω παιδί. Και δε νιώθω παιδί ακριβώς επειδή δεν είμαι. Παρόλο που έχω κλείσει μόλις τα δεκατρία. Και μη χασκογελάτε σαν τους καραγκιόζηδες. Η ηλικία είναι σχετική. Πάρτε για παράδειγμα το σκύλο μου, τον Έρικ. Συνομήλικός μου είναι κι αυτός. Δεκατρία στα δεκατέσσερα. Αλλά αυτόν κανείς δεν τον αποκαλεί παιδάκι, κουταβάκι έστω. Τον αποκαλούν γέρο. Κωλόγερο.
Όμως το θέμα μας δεν είναι ο σκύλος μου, το θέμα μας είμαι εγώ. Που σας το παίζω σοφός ενήλικας, ενώ είμαι δεκατριών χρονών σκατό. Οκέι, ενήλικας δεν είμαι. Ούτε σοφός. Δεν υπάρχει τέτοια λέξη. Είναι απλώς ένα κατασκεύασμα των ελαφρόμυαλων, στην απέλπιδα προσπάθειά τους να μη φαντάζουν παντελώς ηλίθιοι απέναντι σ’ έναν άνθρωπο με φυσιολογικό IQ. Σου λέει δεν είμαι εγώ βλάκας, αυτός είναι σοφός. Αλλά, σας ξαναλέω, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Το επίθετο «σοφός» δεν υφίσταται. Παρά μόνο στο συγκριτικό του βαθμό. «Σοφότερος». Κι εγώ, το δίχως άλλο, είμαι σοφότερος απ’  όλους εσάς. Χίλιες φορές.
Σκατά. Με παρασύρατε με τη μετριότητα που σας δέρνει και ξέφυγα απ’ το θέμα μας. Διότι το θέμα μας δεν είμαι εγώ, όπως λαθεμένα σας είπα προηγουμένως. Το θέμα μας είναι ο μπαμπάς. Ο οποίος ώρες ώρες μου σπάει τα νεύρα, αλλά αν έλεγα πως έχω ένα φίλο θα ήταν αυτός.
Κανονικά, βέβαια, θα ’πρεπε να μ’ εκνευρίζει αδιάκοπα. Όλα τα δεκατριάχρονα εκνευρίζονται αδιάκοπα όταν κάποιος μεγάλος τούς κάνει κήρυγμα. Αλλά εγώ δεν έχω καμία σχέση με τ’ άλλα δεκατριάχρονα. Ούτε και τα λόγια του πατέρα μου ακούγονται σαν κήρυγμα. Κάθε άλλο. Παρόλο που κάπου κάπου το παραχέζει με την υπερβολική του ηρεμία και νηφαλιότητα. Ουδέποτε τον έχω ακούσει να έχει υψώσει τον τόνο της φωνής του. Μιλάει μονίμως λες κι έχει καταπιεί μια κερήθρα μέλι. Ακόμα και τις υστερίες τις δικές μου μειλίχια τις αντιμετωπίζει. Ακόμα και τις υστερίες της μαμάς.
Θυμάμαι σαν τώρα μία απ’ τις πρώτες συζητήσεις που είχαμε κάνει σχετικά με τη μαμά. Προ αμνημονεύτων ετών…
«Μα, βρε μπαμπά, αφού είσαι τόσο καλός!» του είχα πει γαλίφικα. «Δεν μπορώ να το καταλάβω. Πώς μπόρεσε και σε παράτησε η μαμά για τόσα χρόνια;»
Ο μπαμπάς μού χαμογέλασε και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Το κάνει συχνά, αλλά δε μ’ ενοχλεί. Πράγμα περίεργο, γιατί συνήθως δε γουστάρω να μ’ αγγίζουν. Μόνο η φίλη μου -που δε θα ’θελα να είναι απλώς φίλη μου- γουστάρω να μ’ αγγίζει. Με τη διαφορά ότι εκείνη δε μ’ αγγίζει σχεδόν ποτέ. Τουλάχιστον δε μ’ άγγιζε μέχρι πρόσφατα.
Τέλος πάντων, πάμε παρακάτω.
«Η μαμά είχε τους λόγους της», μου είχε απαντήσει ο μπαμπάς. «Και, πίστεψέ με μαγκάκο, ήταν πολύ σοβαροί λόγοι».
«Δεν μπορώ να τους μάθω κι εγώ αυτούς τους λόγους;»
«Θα τους μάθεις σύντομα. Ή μάλλον, για να το πω πιο σωστά, θα τους καταλάβεις σύντομα».
«Τώρα, δηλαδή, δεν μπορώ να τους καταλάβω;»
«Ίσως και να μπορείς. Ίσως, όμως, και να τους παρερμηνεύσεις, να μην τους καταλάβεις σωστά, δηλαδή».
«Ξέρω τι σημαίνει “παρερμηνεύω”, δεν είμαι κάνα παιδάκι!» τσίριξα υστερικά, μα εκείνος ούτε που κούνησε το φρύδι του.
«Τι είσαι;» είπε χαμογελαστά. «Εκτός από μαγκάκος, βέβαια»
«Σχεδόν έφηβος!» είπα καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι -που μακάρι να ’ξερα, βέβαια, πώς διάολο γίνεται να καμαρώσει ένα σκεπάρνι, και ειδικά γύφτικο.
«Έφηβος;» έκανε ο μπαμπάς. Λογική η απορία του, μιας και δεν είχα αποφοιτήσει καν από το νηπιαγωγείο.
«Σχεδόν» είπα με στόμφο. «Και πρέπει να μου φέρεστε αναλόγως, κι εσύ και η μαμά. Και κυρίως η μαμά».
«Η οποία σου φέρεται πώς;»
«Πώς μου φέρεται; Λες κι είμαι ακόμα μωρό! Λες και μ’ έχει στην κούνια και με νανουρίζει! Έτσι ακριβώς αισθάνομαι όταν απαντάει στις ερωτήσεις μου».
«Ποιες ερωτήσεις;»
«Γιατί σε είχε εγκαταλείψει προτού καν γεννηθώ».
«Αυτή είναι μία ερώτηση»
«Που τη ρωτάω και την ξαναρωτάω!» είπα πεισματάρικα. «Οπότε γίνονται πολλές ερωτήσεις!»
«Και τι σου λέει;»
«Τίποτα δε μου λέει! Αοριστίες! Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα! Το μόνο που μου τσαμπουνάει συνέχεια είναι ότι ήθελε να κάνει ένα “διάλειμμα”…  Αερολογίες, δηλαδή».
Κάπου κει ο διάλογος είχε λήξει. Κι είχε αρχίσει ο μονόλογος. Ο μονόλογος του μπαμπά. Που είχε προσπαθήσει να με πείσει με γενικόλογα ότι η μαμά είχε δίκιο κι αυτός άδικο Είχε δίκιο η μαμά, που τον είχε αφήσει μόνο κι έρμο για πέντε ολόκληρα χρόνια, κι είχε άδικο αυτός που εξαιτίας της είχε στερηθεί τα πρώτα νάζια, τα πρώτα λόγια, τα πρώτα βήματα του ίδιου του παιδιού του. Δηλαδή της αφεντιάς μου.
Και, αν θέλετε να μάθετε, όχι, δε μ’ έπεισε. Ούτε εκείνη τη φορά ούτε και τις επόμενες. Γιατί την κουβέντα αυτή την κάναμε δεκάδες φορές από τότε. Τι δεκάδες λέω, εκατοντάδες. Μυριάδες. Αλλά ακόμα δε μ’ έχει πείσει. Όπως δε μ’ έχει πείσει γι’ αυτή την αναθεματισμένη τη νηφαλιότητά του. Διότι δεν μπορεί να είναι πάντα τόσο κουλ και ψύχραιμος, ρε γαμώτη μου! Είναι παράλογο, είναι αφύσικο, πώς να το κάνουμε. Πολύ θα ’θελα να ξέρω τι σκατά συμβαίνει μες στο μυαλό του. Τι σόι διεργασίες γίνονται εκεί μέσα και του βγαίνει συνέχεια αυτή η εκνευριστική ηρεμία όταν μιλάει. Κι όχι μόνο όταν μιλάει, αλλά κι όταν γράφει.
Γιατί ο μπαμπάς δυο πράγματα ξέρει να κάνει καλά: να μιλάει και να γράφει. Προς το παρόν βέβαια, προσωπικά έχω περιοριστεί στον προφορικό του λόγο. Δεν έχω διαβάσει κανένα από τα βιβλία του. Προσπάθησα κάποτε να ξεκινήσω ένα από τα τέσσερα που έχει εκδώσει τα τελευταία χρόνια, αλλά η εισαγωγή μου προκάλεσε ημικρανίες, μου ’μοιαζε λες κι ήταν γραμμένη σε άλλη γλώσσα κι έτσι τα παράτησα. Κουλτούρα να φύγουμε. Κι εγώ δεν είμαι απ’ αυτούς που διαβάζουν βαριά κι ασήκωτα βιβλία μόνο και μόνο για να δείξουν στους άλλους ότι διαθέτουν ένα άλφα επίπεδο. Δεν έχω ανάγκη να δείξω τίποτα και σε κανέναν. Και διαβάζω μόνο αυτά που οι κουλτουριάρηδες αποκαλούν «εύπεπτα αναγνώσματα».Τα αποκαλούν έτσι στραβομουτσουνιάζοντας, λες κι είναι έγκλημα να διαβάζεις κάτι εύπεπτο. Λες και τη βρίσκει κανείς με τα δύσπεπτα. Πολύ θα ’θελα να ’βλεπα κάποιον απ’ αυτούς τους ψευτοδιανοούμενους να καθόταν στο τραπέζι να φάει και να χλαπάκιαζε κατά λάθος κάτι δύσπεπτο. Κάνα κομμάτι πετρωμένο ασβέστη, για παράδειγμα, που μες στη θολούρα που του ’χει προκαλέσει η πολλή κουλτούρα θα το ’χει περάσει για φέτα Καλαβρύτων. Και μη νομίζετε πως είν’ απίθανο αυτό, ίσα ίσα είναι πολύ πιθανό. Η πολλή κουλτούρα βλάπτει σοβαρά την υγεία.
Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εγώ προτιμώ τα εύπεπτα αναγνώσματα. Για παράδειγμα, ο αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Τσάρλι. Ο Μπουκόβσκι, βρε χαχόλοι, ποιος Ντίκενς, για κάνα παιδάκι με περάσατε;
Πάλι ξέφυγα, όμως. Είπαμε, το θέμα μας είναι ο μπαμπάς, όχι εγώ. Και ο μπαμπάς είναι, όπως θα ’χετε καταλάβει, συγγραφέας. Πετυχημένος συγγραφέας, σύμφωνα τουλάχιστον με την ετυμηγορία των χιλιάδων αναγνωστών που ’χουν αγοράσει τα βιβλία του. Με τους οποίους βέβαια εγώ δε συμφωνώ, μα δε μου πέφτει λόγος. Απλώς προτιμώ να τον ακούω να μιλάει, παρά να τον βλέπω να γράφει.
Γιατί, σας είπα, αυτό κάνει ο μπαμπάς. Όποτε δε μιλάει γράφει. Κι όποτε δε γράφει μιλάει. Δεν κάνει και τίποτ’ άλλο στη ζωή του.
Κάθεται σ’ αυτή τη γαμημένη την πολυθρόνα του και γράφει. Ή μιλάει.
Ποτέ δε σηκώνεται απ’ τη γαμημένη την πολυθρόνα του. Ακριβώς επειδή δεν μπορεί να σηκωθεί.
Και δεν μπορεί να σηκωθεί επειδή η γαμημένη η πολυθρόνα του είναι αναπηρική.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
«Η ευφυΐα είναι ένα τυχαίο παρεπόμενο της ζωής και ίσως όχι και τόσο χρήσιμο»
ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΟΦ - Ρωσοαμερικανός συγγραφέας (1920-1972)

                                                                          1
                                                                     ΕΙΚΟΝΕΣ

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ’ΝΑΙ κι η πρώτη μου ανάμνηση, δεν είμαι σίγουρος. Αλλά είναι έντονη, πολύ έντονη, αυτό μπορώ να το πω με απόλυτη βεβαιότητα. Όπως και τα πρώτα λόγια που μου είπε ποτέ ο μπαμπάς, που ώρες ώρες τ’ ακούω ακόμα να κόβουν βόλτες ανάμεσα στ’ αυτιά μου.
«Πώς σε λένε, πουλάκι μου;» με είχε ρωτήσει.
Κι εγώ του είχα απαντήσει:
«Χάλη»
Κι αυτή ακριβώς ήταν η πρώτη κουβέντα που είπα εγώ στον μπαμπά. Κουβέντα ο θεός να την κάνει, βέβαια. Το όνομά μου προσπάθησα να του πω, αλλά δε μου βγήκε αρτιμελές. Όπως δε μου ’βγαινε τότε αρτιμελής καμιά λέξη που περιείχε το γράμμα ρο. Ήταν κληρονομικό, μου ’χε πει η μαμά. Κι ο μπαμπάς όταν ήταν μικρός δεν μπορούσε να προφέρει αυτό το άτιμο το γράμμα. Κληρονομικό χάρισμα να σου πετύχει!
Κληρονομικό χάρισμα ήταν και τα κατάμαυρα μαλλιά μου, καθώς και τα δυο μπροστινά λαγουδίσια δόντια μου, που αργότερα θα τα ’χανα και θα πανηγύριζα, θα τα ξανάβγαζα και θα μελαγχολούσα, μια και θα ήταν ίδια κι απαράλλαχτα με τα πρωτότυπα, λες και τα ’χαν σκανάρει σε υψηλή ανάλυση. Του μπαμπά τα δόντια ήταν βέβαια πολύ μεγαλύτερα απ’ τα δικά μου· μεγαλύτερα κατά σαράντα χρόνια, όση και η διαφορά ηλικίας μας. Τα ’βλεπα σχεδόν να δαγκώνουν το κάτω χείλι του, να προεξέχουν επιβλητικά και κατακίτρινα -λογικό, αφού ήταν σε αχρησία για εννιά ολόκληρους μήνες. Τα ’βλεπα να μου χαμογελάνε μαζί με τα χείλια του, μαζί με τα καστανά του μάτια, που όμως αυτά δεν τα ’χε πάρει από μένα. Τα δικά μου ήταν γκριζοπράσινα, σαν της μαμάς, αν και σαν τα ’νιωθα να σκουραίνουν και να σκοτεινιάζουν κάθε που θύμωνα ή απογοητευόμουν.
Ή όταν βρισκόμουν σε αμηχανία. Κάπως έτσι αισθανόμουν κι εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή που πρόφερα ελεεινά τ’ όνομά μου. Κατέβασα το κεφάλι μου στο πάτωμα κι άρχισα να χαζεύω τα ολοκαίνουργια μοκασίνια που μου ’χε αγοράσει η μαμά, μην αντέχοντας τα μάτια του μπαμπά καρφωμένα πάνω στα δικά μου. Εκείνος τα είχε μισόκλειστα στην αρχή. Τη στιγμή όμως που έκανα την τρισάθλια προσπάθεια να ψελλίσω τ’ όνομά μου, σπίθισαν ξαφνικά κι άνοιξαν διάπλατα. Όμως ο ίδιος δεν κουνήθηκε ρούπι από το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένος. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, όπως έμαθα αργότερα. Μόνο το κεφάλι του σάλεψε ανεπαίσθητα. Ή μπορεί και να μου φάνηκε.
Κι ύστερα πρόσεξα ότι τα μάτια του θάμπωσαν. Γέμισαν από δάκρυα που είχαν στήσει τρελό, αφρισμένο χορό λίγο παραμέσα απ’ την εκβολή τους, αλλά αρνιόνταν να σπάσουν το φράγμα που τα συγκρατούσε και να ξεχυθούν ελεύθερα στα χλωμά του μάγουλα.
Ο μπαμπάς σφάλισε τα μάτια με όση δύναμη του είχε απομείνει. Και τα μάγουλά του παρέμειναν στεγνά. Όπως πια και τα μάτια του τη στιγμή που τα ξανάνοιξε.
«Τι σύμπτωση!» είπε, χαμογελώντας με κόπο. «Και μένα Χάλη με λένε».
Χάλη… Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ο μπαμπάς δεν μπορούσε ακόμα να προφέρει το ρο… Πόσο μου είχε πει η μαμά ότι ήταν; Σαράντα τριών χρονών… Δηλαδή κοτζάμ γέρος. Όχι τόσο γέρος όσο ο παππούς Χρήστος ή ο παππούς Κώστας, αλλά πάντως γέρος. Και να μην μπορεί να προφέρει το…
«Ξέρεις, κι εγώ δεν μπορούσα να πω το ρο όταν ήμουν σαν κι εσένα» είπε ο μπαμπάς με φωνή που έτρεμε και μου διέλυσε στο πι και φι την ταραχή. Επίτηδες το είχε κάνει πριν. Για να με μιμηθεί. Ή, ποιος ξέρει, για να νιώσει ξανά παιδάκι. Τυπική περίπτωση παλιμπαιδισμού.
«Ξέλω» είπα σεμνά και ταπεινά. Και ντροπαλά, ενδεχομένως, καθότι τότε το είχα ακόμα τούτο το κουσούρι.
«Τι ξέρεις;»
«Και τα δύο. Και ότι δεν μπολούσες να πεις το “λο” όταν ήσουν μικλός και ότι σε λένε κι εσένα Χάλη»
«Ποιος σου τα είπε όλα αυτά;»
«Η μαμά»
«Σου είπε και κάτι άλλο η μαμά;» Η φωνή του μπαμπά έτρεμε όλο και περισσότερο.
«Ότι είσαι ο μπαμπάς μου»
Κάπου εκεί τελειώνει η πρώτη ανάμνηση που έχω από τον μπαμπά, τουλάχιστον το έντονο κομμάτι της. Το μόνο που θυμάμαι από κει και πέρα είναι κάτι σκόρπιες, θολές εικόνες: Τα μάτια του μπαμπά ξαφνικά να κλείνουν, μηχανήματα να βουίζουν, λαμπάκια ν’ αναβοσβήνουν, κάμποσους περίεργους και περίεργες με άσπρες ρόμπες να πηγαινοέρχονται με φούρια κι ένα σωρό ακόμα γνώριμες κι άγνωστες φάτσες να μπαινοβγαίνουν, να στέκονται πάνω απ’ το κρεβάτι του μπαμπά και να του χαμογελάνε. Μόνο που εκείνος δεν τους ανταπέδιδε το χαμόγελο· δεν τους έβλεπε. Τα μάτια του ήταν σφαλιστά.


Η επόμενη έντονη ανάμνησή μου δεν είναι από το νοσοκομείο· είναι από το σπίτι. Τον μπαμπά, βέβαια, τον ξαναείδα στο νοσοκομείο, κάμποσες φορές, όταν βγήκε από την εντατική. Άλλωστε έμεινε αρκετόν καιρό ακόμα κλινήρης, βδομάδες ολόκληρες, μπορεί και μήνες. Αλλά μπα, δε νομίζω να πέρασαν μήνες. Ναι, είμαι σίγουρος ότι δεν πέρασαν μήνες, εκείνο το καλοκαίρι το θυμάμαι σαν τώρα, αν κι έχουν περάσει εννιά χρόνια, αν και τότε ήμουν πράγματι μόμολο -τεσσάρων χρονών και κάτι ψιλά.
Ήταν αρχές καλοκαιριού του 2004. Είχα πρωτοεπισκεφτεί τον μπαμπά στο νοσοκομείο αρχές του Ιούνη. Και περίπου ένα μήνα αργότερα παρακολουθήσαμε μαζί τον τελικό του Γιούρο· στο σπίτι.
Είχαν κλείσει δέκα μήνες από το «ατύχημα», όπως το αποκαλούσε η μαμά, ή από τη «βραδιά που άλλαξε τη ζωή του», όπως την αποκαλούσε ο μπαμπάς. Στην αρχή εγώ δεν ήξερα τι από τα δύο ίσχυε, μα αργότερα κατάλαβα ότι ίσχυαν και τα δύο. Σίγουρα ήταν ατύχημα, από τη στιγμή που ο μπαμπάς είχε πέσει από το δωδέκατο όροφο, είχε μείνει εννιά μήνες σε κώμα, άλλον ένα στην αβεβαιότητα και μια ζωή στο αναπηρικό καροτσάκι. Μια ζωή που ασφαλώς και άλλαξε ύστερα απ’ όλα αυτά, μια ζωή που δε θα ’χε απλώς αλλάξει, θα ’χε τελειώσει μια κι έξω, έτσι και δεν υπήρχε η τέντα του βιβλιοπωλείου που είχε συγκρατήσει την πτώση.
Τώρα θα μου πείτε τι σόι ζωή είν’ αυτή αν είσαι αναγκασμένος να την περάσεις σε μια πολυθρόνα που τσουλάει. Έστω και μια πολυθρόνα δερμάτινη, μια πολυθρόνα τελευταία λέξη της τεχνολογίας (με τρεις μπροστινές ταχύτητες και μία όπισθεν), μια πολυθρόνα πολυτελείας, μια πολυθρόνα που κόστιζε μια μικρή περιουσία. Έλα όμως που οι γονείς μου δεν έχουν μια μικρή περιουσία, έχουν μια μεγάλη περιουσία. Τουλάχιστον μεγαλύτερη από το μέσο όρο. Μόνο τη δίπατη μεζονέτα μας στο Καλαμάκι με το κοντοκουρεμένο γκαζόν και τα περιποιημένα παρτέρια με τα λουλούδια γύρω γύρω να ’βλεπε κανείς, θα καταλάβαινε ότι το φυσάμε το παραδάκι. Εντάξει, για την ακρίβεια, ο μπαμπάς κι η μαμά το φυσάνε, εμένα απλώς μου το εξαργυρώνουν σε είδος (ίσα με μια ντουζίνα πλέι στέσιον και άλλα συναφή θα πρέπει να ’χω ξεπαστρέψει τα τελευταία χρόνια).
Για μένα όλ’ αυτά ήταν μια πολύ απότομη αλλαγή. Για βάλτε τα κάτω: η Αθήνα, το Καλαμάκι, η μεζονέτα, τα πλέι στέσιον και πάνω απ’ όλα ο μπαμπάς μπήκαν στη ζωή μου μονοκοπανιά, έτσι αναπάντεχα κι αλλόκοτα, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη...
Δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι και πολλά πράγματα από τη ζωή μου μέχρι τότε. Όμως θυμάμαι πολύ καλά την αλλαγή, θυμάμαι ότι η ζωή μου ξαφνικά γέμισε. Όχι ότι έως τότε ήταν άδεια, αλλά, όσο να ’ναι, ένα βρέφος δυο τριών χρονών δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει ζώντας με τη μαμά του σ’ ένα ξερονήσι της κακιάς ώρας. Δε λέω, με βάση κάποιες θαμπές εικόνες που έχω ακόμα μες στο κεφάλι μου, η αγροικία όπου μέναμε κολυμπούσε, θαρρείς, μες στη θάλασσα, η ξανθιά αμμουδιά ήταν ατέλειωτη, η επίσης ξανθιά μαμά μού άλλαζε τα κουβαδάκια πιο συχνά κι από τις πάνες και τ’ άλλα παιδάκια που έπαιζαν μαζί μου άφηναν να έχω εγώ τον πρώτο λόγο. Με τη μόνη διαφορά ότι η αγροικία όπου μέναμε βρισκόταν στη μέση του πουθενά, η θάλασσα τον περισσότερο καιρό ήταν άγρια και μπούζι, η ξανθιά αμμουδιά στροβιλιζόταν κάθε τόσο απ’ τους αέρηδες και γινόταν αμμοθύελλα, τα κουβαδάκια ήταν ουσιαστικά τα μόνα μου χρηστικά παιχνίδια και τ’ άλλα παιδάκια μ’ άφηναν να έχω τον πρώτο λόγο επειδή δεν τον καταλάβαιναν. Ούτε κι εγώ καταλάβαινα το λόγο το δικό τους· μιλούσαν άλλη γλώσσα· κι έρχονταν στο νησί μόνο τα καλοκαίρια.
Εκείνο το καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 2004, ήταν το πρώτο που δεν το πέρασα στη Φολέγανδρο, αλλά στην Αθήνα. Δεν έμενα πια στην αγροικία πλάι στη θάλασσα, αλλά στη μεζονέτα απέναντι από τη θάλασσα. Δε διέσχιζα την ξανθιά αμμουδιά για να πάω να κολυμπήσω, αλλά την παραλιακή λεωφόρο. Δε συνέχισα να παίζω με τα κουβαδάκια, αλλά προτιμούσα την ηλεκτρονική τεχνολογία. Και αυτός που μ’ άφηνε να έχω τον πρώτο λόγο όταν έπαιζα μαζί του δεν ήταν κάποιος συνομήλικός μου που μιλούσε άλλη γλώσσα, αλλά ένας σαρανταπεντάρης που μιλούσε την ίδια γλώσσα με τη δική μου, μια γλώσσα απόλυτα κατανοητή, σχεδόν παιδική.
Ήταν ο άνθρωπος που θα γινόταν σύντομα ο καλύτερός μου φίλος. Ήταν ο μπαμπάς μου.
Κάπως έτσι, λοιπόν, άλλαξαν οι ζωές και των δυο μας. Και της μαμάς μου, βέβαια, άλλαξε, η ζωή, αν και δεν άλλαξε και τόσο η καθημερινή της ρουτίνα. Με τις ώρες ζωγράφιζε στο προαύλιο της αγροικίας, με τις ώρες συνέχισε να ζωγραφίζει και στη σοφίτα της μεζονέτας. Κι όσο η μαμά μπογιάτιζε τον καμβά της, άλλο τόσο ο μπαμπάς κοπανούσε τα πλήκτρα του λάπτοπ. Αλλά αυτό άρχισε να γίνεται αργότερα. Εκείνο το καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 2004, ούτε η μαμά ζωγράφιζε ούτε ο μπαμπάς έγραφε. Είχαν αφήσει αναγκαστικά κι οι δυο τις δουλειές και τα χόμπι τους -δηλαδή ο μπαμπάς το κανάλι και το λάπτοπ, η μαμά τον καμβά και τον καμβά- για ν’ ασχοληθούν ο ένας με τον άλλον. Για να μπαλώσουν την τρύπα που είχε ανοίξει το φευγιό της μαμάς. Μια τρύπα πέντε ολόκληρων χρόνων.
Πέντε χρόνια… Η μαμά είχε φύγει κουβαλώντας κι εμένα μαζί της. Το ίδιο κι όταν γύρισε. Με τη μόνη διαφορά ότι φεύγοντας με κουβαλούσε στην κοιλιά της και γυρίζοντας με κουβαλούσε απ’ το χέρι. Κι ύστερα με παρέδωσε στον μπαμπά, ο οποίος όμως δεν μπορούσε να με πάρει απ’ το χέρι, γιατί είχε μείνει σακάτης απ’ το «ατύχημα» -ή απ’ «τη βραδιά που είχε αλλάξει η ζωή του», όποια κι απ’ τις δυο εκδοχές κι αν διαλέξετε μέσα είστε.
Λίγες μέρες προτού υπογράψει το εξιτήριο από το νοσοκομείο, ο γιατρός που κούραρε τον μπαμπά έκατσε και του μίλησε «με πάσα ειλικρίνεια». Του είπε, δηλαδή, με μασημένα λόγια ότι ήδη είχε βιώσει ένα θαύμα παραμένοντας ζωντανός μετά από ένα τέτοιο στραπάτσο, καλό θα ήταν να μην περιμένει κι ένα δεύτερο. Η δεξιά πλευρά του κορμιού του, βέβαια, είχε αρχίσει ήδη ν’ αντιδρά σε εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά το πρόβλημα ήταν η αριστερή. Και η πρόβλεψη ήταν ακριβώς φίφτι-φίφτι: στη δεξιά πλευρά η αποκατάσταση θα ’ταν πλήρης, αλλά η αριστερή για να ζωντανέψει θα ’πρεπε να ζωντανέψουν και του σπανού τα γένια, όπως θα ’λεγε κι ο παππούς Κώστας.
Για να το πω με ακόμα πιο απλά λόγια, φίφτι φίφτι θα ήταν και η ζωή του μπαμπά από δω και μπρος. Κι αν θέλετε να σας το πω ακόμα απλούστερα, ο μπαμπάς θα έμενε μισός άνθρωπος. Για το υπόλοιπο της ζωής του.
Όλες αυτές τις λεπτομέρειες, βέβαια, εγώ τις έμαθα αργότερα. Από εκείνες τις μέρες, τις μέρες που ακολούθησαν την πρώτη γνωριμία μου με τον μπαμπά, δυο εικόνες κι ένας ήχος μου έχουν αποτυπωθεί στο νου. Η πρώτη εικόνα είναι ο μπαμπάς να ξεκαρδίζεται στα γέλια την ώρα που ο γιατρός τον τσιμπούσε με μια βελόνα στο δεξί του πόδι. Η δεύτερη εικόνα είναι το λαμπερό χαμόγελο του μπαμπά καθώς έβγαινε από το νοσοκομείο στα τέλη του Ιούνη του 2004, τσουλώντας με στιλ αρχοντικό το αστραφτερό αναπηρικό του καροτσάκι. Και ο ήχος είναι οι κουβέντες που μου είπε, αμέσως μόλις κατέβηκε με φούρια τη ράμπα στην έξοδο του Ιατρικού Κέντρου.
«Λοιπόν, φιλαράκο, τι λες;» Τότε ακόμα μ’ αποκαλούσε φιλαράκο, μαγκάκος έγινα αργότερα. «Θα το σηκώσουμε το… τιμημένο;».
Και το σηκώσαμε. Όχι το τιμημένο, το γαμημένο -είχα ακούσει πολύ καλά τι φώναζε ο κόσμος στην Ομόνοια.
Το σηκώσαμε το βράδυ της επόμενης Κυριακής.
Το βράδυ που είδα για πρώτη φορά τον μπαμπά να χτυπάει παλαμάκια.

                                                                                  2
                                                                            ΣΤΙΧΑΚΙΑ

ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΤΗ ΛΕΝΕ ΑΛΙΚΗ. Υποθέτω ότι θα ’πρεπε να το είχα πει νωρίτερα αυτό, αλλά ανέκαθεν είχα την τάση να το παρακάνω με τους προλόγους στο γραπτό λόγο -οι εκθέσεις μου στο σχολείο διαβάζονταν ως παράδειγμα προς αποφυγή.
Εκείνο το βράδυ, καμιά ώρα περίπου πριν από τον τελικό του Euro, η μαμά μου η Αλίκη και η βιετναμικής καταγωγής Φιλιππινέζα μας, η Σαν, έβγαλαν με προσοχή στη βεράντα τη Φίλιπς την πλάσμα, τακτοποίησαν με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή τον μπαμπά πάνω στον μπαμπού τον καναπέ, τακτοποίησαν και τα καναπεδάκια όπως όπως σε κάτι αστραφτερούς ασημένιους δίσκους, γέμισαν μια τεράστια παγωνιέρα με μπίρες και πέντ’ έξι φοντανιέρες με ξηρούς καρπούς και η κατάλληλη ατμόσφαιρα φτιάχτηκε στο πιτς φυτίλι.
Κι ύστερα, ξεκίνησαν οι αφίξεις των καλεσμένων. Πρώτοι κατέφτασαν οι γονείς της μαμάς, ο παππούς Χρήστος κι η γιαγιά Κατίνα δηλαδή, κι αμέσως έπιασαν την πάρλα με τον παππού Κώστα και τη γιαγιά Μαρίνα -τους γονείς του μπαμπά- που έμεναν προσωρινά στο σπίτι μας. Και μετά τους παππούδες και τις γιαγιάδες, ακολούθησαν οι θείοι και οι θειάδες. Μόνο η Γωγώ, για την ακρίβεια, ήταν πραγματική μου θεία -πρώτη ξαδέρφη της μαμάς-, όμως εγώ θείους αποκαλούσα και τους κουμπάρους του μπαμπά και της μαμάς, οι οποίοι έφτασαν τη στιγμή ακριβώς που η μπάλα ήταν στη σέντρα κι ο διαιτητής είχε χώσει τη σφυρίχτρα στο στόμα για να ξεκινήσει το παιχνίδι.
Στην αρχή, η βεγγέρα ήταν καθαρά ποδοσφαιρική, όπως και οι συζητήσεις. Οι άντρες, δηλαδή, κραύγαζαν «Πού πάς, ρε Ρονάλντο, εκεί είν’ η στάση Ζαγοράκη», οι γυναίκες μουρμούριζαν «Καλός ο Ζαγοράκης αλλά τάπα, ο Νικοπολίδης είναι δυο μέτρα άντρας», οι άντρες φωνασκούσαν «Καλά, βρε μπαγλαμά λάινσμαν, δεν το βλέπεις το οφσάιντ;» κι οι γυναίκες ρωτούσαν «Τι είναι οφσάιντ;». Κι όταν το κάρφωσε ο Χαριστέας, όλοι, άντρες και γυναίκες και παιδί, πεταχτήκαμε σαν ελατήρια από τις θέσεις μας και…
Όλοι; Όχι ακριβώς…
Το πρώτο βλέμμα που στράφηκε στον μπαμπά ήταν το δικό μου, εξυπακούεται. Κι έπειτα, λες κι είχαν συνεννοηθεί με τηλεπάθεια, άλλα έντεκα ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω του. Τον κοιτούσαν όλοι, η μαμά Αλίκη, ο παππούς Χρήστος, η γιαγιά Κατίνα, ο παππούς Κώστας, η γιαγιά Μαρίνα, η θεία Γωγώ, οι κουμπάροι, ακόμα κι η καμαριέρα μας η Σαν είχε γουρλώσει τα μάτια πάνω στ’ αφεντικό της…
Στην αρχή τα βλέμματα ήταν γεμάτα οίκτο, πλημμυρισμένα από κείνη την αίσθηση που αν είχε λαλιά θα ’λεγε «Τι κρίμα, τον κακομοίρη, να μην μπορεί να πεταχτεί πάνω να πανηγυρίσει, να μην μπορεί να χαρεί τις χαρές της ζωής…»
Όμως ο μπαμπάς μπορούσε μια χαρά να χαρεί τις χαρές τις ζωής. Μπορούσε να τις χαρεί περισσότερο απ’ τον καθένα μας. Κι αυτό το ’νιωσα για πρώτη φορά ακριβώς τη στιγμή εκείνη, τη στιγμή που τα βλέμματα οίκτου άρχισαν σιγά σιγά να μεταλλάσσονται, να περνούν απ’ το ένα συναίσθημα στο άλλο…
Πρώτα έγιναν βλέμματα περιέργειας, έπειτα έκπληξης και στο τέλος ενθουσιασμού. Κι ήταν ένας ενθουσιασμός μεγαλύτερος κι απ’ αυτόν ακόμα που είχε προκαλέσει το γκολ του Χαριστέα. Το γκολ του Χαριστέα, που είχε απελευθερώσει κάποια σκουριασμένα γρανάζια στα έγκατα του νου του μπαμπά, που του είχε δώσει τη δύναμη να σηκώσει το δεξί του χέρι και ν’ αρχίσει να το κοπανάει πάνω στο αριστερό…
Είχα την τύχη να δω ολόκληρη τη διαδικασία της κίνησης, από την αρχή. Και μου φαινόταν σαν την έβλεπα σε σλόου μόσιον, μια κίνηση πιο αργή και από τα αμέτρητα ριπλέι του γκολ του Χαριστέα που πρόβαλλε την ίδια ώρα η τηλεόραση. Όμως εμένα η κίνηση του χεριού του μπαμπά μ’ είχε μαγέψει πολύ περισσότερο από την κίνηση του Χαριστέα μέσα στην περιοχή, πολύ περισσότερο κι από την κίνηση της μπάλας που σταμάτησε μόλις κατέληξε στα δίχτυα… Άλλωστε, η κίνηση του μπαμπά δε σταμάτησε όταν η μπάλα κύλησε στα δίχτυα. Για την ακρίβεια, τότε ακριβώς άρχισε.
Πρώτα τον είδα να σηκώνει με κόπο το δεξί του χέρι, ύστερα να το σέρνει αργά αλλά σταθερά πάνω στην κοιλιά του και μετά να το σηκώνει πάνω απ’ το ασάλευτο αριστερό του χέρι. Για λίγες στιγμές έμεινε να αιωρείται, ασάλευτο κι αυτό, χωρίς καν να τρεμουλιάζει. Ώσπου ξεκίνησε να παίρνει σιγά σιγά την κατιούσα.
Το πρώτο χειροκρότημα ήταν αθόρυβο: η δεξιά του παλάμη κατέβηκε αργά, πολύ αργά, ίσα που άγγιξε την ανάποδη της αριστερής του. Το δεύτερο ήταν πιο γρήγορο· και το τρίτο ακόμα γρηγορότερο. Κι όσο πήγαινε, ο ρυθμός επιταχυνόταν και το χτύπημα γινόταν όλο και πιο δυνατό. Ώσπου ο ήχος από το χειροκρότημα επισκίασε ακόμα και τα ουρλιαχτά του εκφωνητή, που ωρυόταν στερεοφωνικά από τα ντόλμπι σαράουντ ηχεία της Φίλιπς…


Ήταν η πρώτη φορά που ο μπαμπάς κούνησε το δεξί του χέρι. Συν Χαριστέα και χείρα κίνει, που λένε. Μέχρι τότε αντιδρούσε απλώς σε εξωτερικά ερεθίσματα, στο κρύο και στο ζεστό, στα τσιμπήματα και στα γαργαλητά. Άντε να ’χε κουνήσει λιγάκι τα δάχτυλα μέχρι τη βραδιά εκείνη. Χρειάστηκαν βέβαια από κει κι ύστερα αμέτρητες ώρες φυσικοθεραπείας και κινησιοθεραπείας για να επανέλθει πλήρως, μα ως γνωστόν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Ή έστω το ήμισυ του μισού, μια και μόνο η δεξιά πλευρά έγινε όπως ήταν πριν. Η αριστερή παρέμεινε σε κώμα.
Ο μπαμπάς εκείνο το βράδυ δεν περιορίστηκε στο χειροκρότημα, αλλά τσάκισε και τα καναπεδάκια. Το δεξί του χέρι δούλευε σαν καλολαδωμένη αντλία, με τη μόνιμη παλινδρομική κίνηση από την πιατέλα μέχρι το στόμα του να σημειώνει προοδευτική επιτάχυνση. Λες κι είχε βαλθεί να συναγωνιστεί τη θεία τη Γωγώ που χλαπάκιαζε με τις χούφτες τα καναπεδάκια και τα φιστίκια Αιγίνης (μαζί με τα τσόφλια, αν δε με απατά η μνήμη μου). Αργότερα ο μπαμπάς μου εξομολογήθηκε ότι, από τη στιγμή που άρχισε το χέρι του να δουλεύει, το ένιωθε να κινείται μηχανικά, ανεξέλεγκτα. Ναι καλά, δικαιολογίες… Από τη μία ο μπαμπάς, από την άλλη η θεία η Γωγώ, νηστικός κόντεψα να μείνω εκείνο το βράδυ. Πάλι καλά που το παγωτό ήταν μπόλικο.
Και μετά τα καναπεδάκια και τα παγωτά, μετά τους πανηγυρισμούς και τα χειροκροτήματα, όταν πια είχε προχωρήσει αρκετά η νύχτα και οι Αθηναίοι είχαν εξαντλήσει τα αποθέματα των πυροτεχνημάτων και της μπαταρίας των αυτοκινήτων τους από τις παρατεταμένες κόρνες, ήρθε η ώρα της περισυλλογής. Της επόμενης μέρας.
Δεν έχει σημασία ποιος ξεκίνησε την κουβέντα, άλλωστε τα περισσότερα από τα πρόσωπα εκείνης της βραδιάς δε διαδραματίζουν κανένα ρόλο σε τούτη δω την ιστορία. Έχω ωστόσο την εντύπωση ότι την ξεκίνησε η θεία η Γωγώ. Ακριβώς επειδή τα λόγια της εναρκτήριας σεκάνς ηχούν ακόμα στ’ αυτιά μου μπουκωμένα. Όπως ήταν μονίμως και το στόμα της θείας Γωγώς, ακόμα κι όταν μιλούσε.
«Τώρα, προφανώς, θ’ αλλάξει και το πρόγραμμα της φυσικοθεραπείας, έτσι δε είναι, Χάρη;»
Τον μπαμπά τον φώναζαν Χάρη. Εμένα με φώναζαν Χαρούλη, για να μας ξεχωρίζουν.
«Δεν ξέρω» ανασήκωσε το δεξιό του ώμο ο μπαμπάς. «Θα δω αύριο το γιατρό και θα μου πει».
«Θα τρελαθεί ο γιατρός!» έκανε με έξαψη η μαμά. «Δε θα το περιμένει με τίποτα. Πόσος καιρός είχε πει, Χάρη, ότι θα χρειαστεί να περάσει για να κουνήσεις κανονικά το χέρι; Τρεις τέσσερις μήνες δεν είχε πει;»
«Κάπου κει. Αλλά…»
«Χάρη;» τον διέκοψε κάποιος άλλος -ή κάποια άλλη, πού να θυμάμαι τώρα το γένος. «Αυτό μπορεί και να σημαίνει ότι… εεε… μπορεί ο γιατρός να είχε κάνει λάθος στην πρόγνωση και για την αριστερή πλευρά, έτσι δεν είναι;».
Αυτή ήταν η κρίσιμη ερώτηση. Ξαφνικά επικράτησε απόλυτη σιγή στη βεράντα. Ακόμα και η θεία Γωγώ σταμάτησε να μασουλάει.
«Δε νομίζω» είπε ήρεμα ο μπαμπάς. «Άλλο το ένα κι άλλο τ’ άλλο. Δεν μπαίνει θέμα σύγκρισης ανάμεσα στη μία πλευρά και την άλλη. Εξάλλου, του έχω εμπιστοσύνη».
«Ποιανού έχεις εμπιστοσύνη, παιδάκι μου;» Τα μάτια της γιαγιάς Μαρίνας γυάλιζαν. Σε μόνιμη βάση, τον τελευταίο καιρό.
«Του Θωμά, μαμά. Είναι λαμπρός επιστήμων». Θωμάς ήταν ο γιατρός, που, εκτός από γιατρός όπως πληροφορήθηκα εκείνη τη βραδιά, ήταν και λαμπρός επιστήμων. Αλλά αυτό το τελευταίο η γιαγιά το αμφισβήτησε έντονα.
«Κολοκύθια είναι!» φώναξε και τα μάτια της γούρλωσαν και γυάλισαν ακόμα περισσότερο. «Εγώ δεν τον πιστεύω, ό,τι κι αν λέει!»
«Ήρεμα, γυναίκα» γρύλισε ο άντρας της, ο παππούς Κώστας. «Δεν είναι τώρα ώρα για…».
«Δεν τον πιστεύω!» επέμεινε η γιαγιά. «Αυτός δε μας τσαμπουνούσε συνέχεια ότι μ’ ένα θαύμα μόνο θα ζήσει το παιδί; Ε; Αυτός δε μας έλεγε…»
«Μαμά, σε παρακαλώ» τη διέκοψε ο μπαμπάς. «Το μόνο που έχει σημασία αυτή τη στιγμή είναι ότι αισθάνομαι καλύτερα από ποτέ».
Ο μπαμπάς το έλεγε και το εννοούσε, δεν το είπε απλώς για ν’ απαλύνει τη διάθεση της μάνας του. Άλλωστε, δεν υπήρχε περίπτωση να καταπραϋνθεί ο πόνος της γιαγιάς μόνο και μόνο επειδή είχε δει το γιο της να βαράει παλαμάκια. Είχε πάρει μεγάλη χαρά, βέβαια, το πρόσωπό της είχε λάμψει, σχεδόν όσο είχε λάμψει και τη μέρα που τον είχε δει να επιστρέφει ανέλπιστα από τον Άδη. Παρόλα αυτά, δεν εννοούσε να χωνέψει ότι ο κανακάρης της θα ήταν μια ζωή σακάτης. Και μπορεί να μην το συνέχισε εκείνο το βράδυ, αλλά η φλόγα της οργής στα μάτια της δεν έσβησε. Μια φλόγα που με τρόμαζε ώρες ώρες, μια φλόγα που πρόδιδε τις διεργασίες που φούντωναν ακριβώς πίσω από τις διεσταλμένες κόρες των ματιών της. Είχα αρχίσει ήδη να υποψιάζομαι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη γιαγιά. Κι αυτή μου η υποψία επιβεβαιώθηκε λίγες ώρες αργότερα, καθώς είχαν φύγει οι καλεσμένοι, η Σαν είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της κι εγώ είχα βάλει τ’ ακουστικά του Mp3 player στ’ αυτιά και λικνιζόμουν τάχα στους ήχους ενός τραγουδιού του Χατζηγιάννη. Αυτό έκανα πάντα όταν ήθελα να κρυφακούσω. Και οι γονείς μου δεν ανακάλυψαν ποτέ το κόλπο.
Η ώρα κόντευε τρεις τα χαράματα, αλλά εγώ δεν είχα πέσει ακόμα στο κρεβάτι. Δε μου κολλούσε ύπνος. Την προηγούμενη μέρα είχα κοιμηθεί σερί από τις δύο το μεσημέρι ως τις οχτώ το βράδυ, μια και δε θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν μ’ έπαιρνε ο ύπνος την ώρα του τελικού. Άσε που οι γονείς μου ποτέ δε με πίεζαν ιδιαίτερα στο θέμα του ύπνου, αφού κατά κανόνα έπεφτα στο κρεβάτι από νωρίς. Μόνο που εκείνο το βράδυ ήταν η εξαίρεση στον κανόνα. Βέβαια, μόλις έφυγαν οι καλεσμένοι και η Σαν αποσύρθηκε στα ενδότερα, άκουσα τη μαμά να λέει το κλασικό «Χαρούλη, δόντια και ύπνο», αλλά εγώ κατόρθωσα με τις γνωστές γελοίες δικαιολογίες και καμώματα να ξεκλέψω λίγο χρόνο ακόμα. Υποσχέθηκα να πέσω στο κρεβάτι αφού άκουγα πρώτα το αγαπημένο μου τραγούδι. Έβαλα, λοιπόν, τ’ ακουστικά στ’ αυτιά, δυνάμωσα τον ήχο, κι αμέσως τον χαμήλωσα. Και την επόμενη στιγμή άκουσα τον μπαμπά να λέει στη μαμά:
«Αλίκη, τι θα κάνω με τη μάνα μου; Έχει αρχίσει πια να τα χάνει για τα καλά».
Με την άκρη του ματιού, είδα τη μαμά να πλησιάζει την αναπηρική πολυθρόνα, να αγκαλιάζει τον μπαμπά και να του σκάει φιλάκι στο μάγουλο -το δεξί.. «Μην την ξεσυνερίζεσαι, αγάπη μου» του είπε τρυφερά. «Γριά γυναίκα είναι. Τόσα πέρασε. Λογικό είναι να ανησυχεί για το γιο της».
«Λογικό είναι ν’ ανησυχεί για το γιο της, αλλά δεν είναι λογικό να της μιλάει το ταψί!».
Η μαμά τραβήχτηκε και κοίταξε τον μπαμπά λες και τον έβλεπε για πρώτη φορά. «Το ταψί; Ποιο ταψί;»
«Έτσι μου είπε λίγο πριν φύγει. Ότι της μίλησε το ταψί».
Η μαμά προσπάθησε να πνίξει ένα γελάκι. Το ίδιο κι εγώ, οπότε φρόντισα να τραγουδήσω με πάθος το ρεφρέν.
«Δεν καταλαβαίνω» είπε η μαμά που κατάφερε να βρει αμέσως την αυτοκυριαρχία της. «Λέει ότι της μίλησε το ταψί;»
«Έτσι μου είπε, σοβαρά σου μιλάω»
«Και τι της είπε;».
«Ένα ποίημα, λέει»
«Ποίημα; Τι ποίημα;»
«Ένα στιχάκι, για την ακρίβεια. Μου του έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρός. “Τώρα το βράδυ βράδυ, τώρα το δειλινό - αντάμωσα την πούλια και τον αυγερινό”».


Αυτό δεν ήταν το μοναδικό στιχάκι που άκουσε η γιαγιά να της απαγγέλλει το ταψί. Εμένα μου μετέφερε ένα άλλο, κάμποσες μέρες αργότερα, στο χωριό. Εκεί έμενε μόνιμα μαζί με τον παππού, αλλά τους τελευταίους έντεκα μήνες, μετά το ατύχημα δηλαδή, είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα. Κι αμέσως μόλις ξαναγύρισαν στο χωριό, τους συνοδέψαμε κι εμείς για μερικές μέρες. Εγώ πήγαινα για πρώτη φορά κι είχα μεγάλη περιέργεια να δω το σπίτι και τα μέρη όπου είχε μεγαλώσει ο μπαμπάς.
Το σπίτι δεν έλεγε και πολλά πράγματα, ούτε το χωριό. Πολύ περισσότερο μου άρεσε ο Βόλος που δεν απείχε ούτε είκοσι λεπτά με το αυτοκίνητο. Και η παραλία μου άρεσε, που απείχε επίσης είκοσι λεπτά, με το ποδήλατο. Το κακό ήταν πως δε με άφησαν ούτε μια φορά να πάω στη θάλασσα μόνος μου, μολονότι από δυόμισι χρονών είχα μάθει ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες και κολύμπι χωρίς μπρατσάκια. Συνήθως με συνόδευε η μαμά, που καβαλούσε το σαραβαλιασμένο ποδήλατο του παππού. Η γιαγιά δε με συνόδεψε ποτέ, καθότι δεν ήξερε ποδήλατο. Ούτε κολύμπι. Γενικά η γιαγιά δεν ήξερε πολλά πράγματα. Μόνο τους στίχους που της απάγγελνε το ταψί μάθαινε απ’ έξω κι ανακατωτά.
«Ξέρεις τι μου απήγγειλε τις προάλλες;» μου είπε ένα απόγευμα που ο μπαμπάς κι η μαμά έλειπαν απ’ το σπίτι.
«Ποιος;» ρώτησα.
«Μα το ταψί, φυσικά»
Φυσικά…
«Τι σου απήγγειλε, γιαγιά;» Προσπάθησα να κρύψω το αίσθημα του οίκτου κάτω από τη μάσκα της περιέργειας.
«Μου είπε “Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή”».
«Μα αυτό, καλέ γιαγιά» έκανα αυθόρμητα «το έχει πει ο Λήγας Φελαίος!»
Ρήγας Φεραίος εννοούσα, αλλά δε χρειάστηκε να της το διευκρινίσω -δεν υπήρχε, άλλωστε, η παραμικρή  πιθανότητα να της το διευκρίνιζα από τη στιγμή που δεν μπορούσα να προφέρω το ρο. Η γιαγιά είχε ακουστά τον Ρήγα Φεραίο -κοντοχωριανός ήταν, άλλωστε-, ενώ είχε κάνει διπλή διατριβή στον υποκατάστατο ρόλο του λάμδα (πρώτα με το γιο της κι ύστερα από σαράντα χρόνια, που ’λεγε κι ο Ρήγας, με τον εγγονό της). Το μόνο που έκανε, λοιπόν, ήταν να  με κοιτάξει για λίγες στιγμές. Όχι έκπληκτη, γιατί ακόμα κι εκείνη είχε συνηθίσει ν’ ακούει από το στόμα μου πράγματα αταίριαστα για την ηλικία μου. Με κοίταξε σαν να την είχε προβληματίσει αυτό που της είχα πει για το Ρήγα Φεραίο. Τελικά αναστέναξε κι ανασήκωσε τους ώμους της.
«Ποιος ξέρει, παιδάκι μου;» είπε. «Ο παππούς αγόρασε το ταψί από το Βελεστίνο».

(...)