Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Ψυχικές διαταραχές συνδεόμενες με τη χρήση κανναβινοειδών

Α. ΚΟΚΚΕΒΗ



1. Εισαγωγή

Τα κανναβινοειδή είναι ψυχοδραστικές ουσίες που προέρχονται από το φυτό της κάνναβης και ιδιαίτερα από την ποικιλία κάνναβης η ινδική. Χρήση του φυτού της κάνναβης για διατροφή, για κλωστικές ίνες αλλά και για τις ιατρικές του ιδιότητες αναφέρεται στη Νοτιοανατολική Ασία και την Κίνα από τη νεολιθική εποχή, δηλαδή γύρω στο 6.000 π.Χ. Γινόταν χρήση του επίσης ως ευφορική-διεγερτική ουσία σε θρησκευτικές τελετουργίες.

Η κάνναβης έχει χρησιμοποιηθεί ως θεραπευτική ουσία για ποικίλες ασθένειες όπως ρευματισμούς, επιληψία, βρογχικό άσθμα, ψυχογενή ανορεξία, υστερία, πόνους, γλαύκωμα, ναυτία. Λαμβανομένων υπόψη των ενδεχομένων ανεπιθύμητων παρενεργειών (συμπτώματα τοξίκωσης με την επανάληψη της χορήγησης) και της απουσίας επαρκούς επιστημονικής τεκμηρίωσης έως σήμερα της θεραπευτικής υπεροχής της μαριχουάνας έναντι φαρμακευτικών παρασκευασμάτων για τη θεραπεία των ίδιων καταστάσεων, το θέμα της κλινικής χρησιμότητας της χορήγησης της κάνναβης για θεραπευτικούς σκοπούς παραμένει προς το παρόν ανοιχτό.

2. Χημικά χαρακτηριστικά

Η χημική ουσία στην οποία κυρίως οφείλεται η ψυχοτρόπος ιδιότητα της κάνναβης είναι η Δ-9-τετραϋδροκανναβινόλη (Δ-9-THC). Η Δ-9-THC περιέχεται στη ρητίνη την οποία εκκρίνουν τα θηλυκά άνθη και διαποτίζει τους γειτονικούς στο άνθος μίσχους και τα ανώτερα φύλλα. Παρασκευάσματα του φυτού της κάνναβης με ψυχοδραστικές ιδιότητες συναντώνται με διαφορετικές ονομασίες όπως «μαριχουάνα» (προέρχεται από τα άνθη, τα φύλλα του επάνω τμήματος και το μίσχο του φυτού), ή το «χασίς» (προέρχεται από τα διαποτισμένα από τη ρητίνη φύλλα), ενώ το «χασισέλαιο» αποτελεί το συμπυκνωμένο απόσταγμα του χασίς. Η περιεκτικότητα σε Δ-9-THC ποικίλει ανάλογα με το τμήμα του φυτού από το οποίο προέρχεται το παρασκεύασμα, την ποικιλία του φυτού ή τη γεωγραφική του προέλευση. Οι δόσεις Δ-9-THC στην κάνναβη που κυκλοφορεί στην παράνομη αγορά είναι συνήθως 1-5% για τη μαριχουάνα, γύρω στο 10% για το χασίς και περίπου 15-30% για το χασισέλαιο. Ο συνηθέστερος τρόπος χρήσης της κάνναβης είναι το κάπνισμα σε μορφή τσιγάρου. Η λήψη της μπορεί να γίνει και από το στόμα υπό μορφή γλυκισμάτων ή ροφημάτων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ως ελάχιστη δόση που μπορεί να δημιουργήσει τοξίκωση είναι για το κάπνισμα μαριχουάνας η περιεκτικότητα ενός τσιγάρου σε 0.5-2% Δ-9-THC, ενώ για τη λήψη από το στόμα απαιτείται τρεις φορές μεγαλύτερη δόση.

Η χρήση της κάνναβης διαπιστώνεται με την ανίχνευση κανναβινοειδών μεταβολιτών στα ούρα για χρονικό διάστημα 7-10 ημερών στις περιπτώσεις συνήθους χρήσης και για 2-4 εβδομάδες στις περιπτώσεις βαριάς χρήσης της ουσίας.

3. Κατάχρηση-Εξάρτηση

Η κατάχρηση της κάνναβης χαρακτηρίζεται από την επαναλαμβανόμενη ή περιοδική χρήση της ουσίας με συνέπεια την αδυναμία να ανταποκριθεί το άτομο σε οικογενειακές, ακαδημαϊκές, εργασιακές και άλλες κοινωνικές υποχρεώσεις, την επαναλαμβανόμενη χρήση σε καταστάσεις που αυτή θέτει σε κίνδυνο το άτομο (π.χ. οδήγηση), τις επανειλημμένες εμπλοκές με το νόμο εξαιτίας της χρήσης και τη συνέχιση της χρήσης παρά την επίγνωση των επιπτώσεων στη διαπροσωπική και κοινωνική ζωή του ατόμου. Η απλώς «ψυχαγωγική χρήση» της κάνναβης είναι δύσκολο να διαχωριστή από την εξάρτηση ή την κατάχρησή της λόγω της δυσκολίας να αποδοθούν στην κάνναβη προβλήματα ψυχολογικά, κοινωνικά και συμπεριφοράς, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει χρήση και άλλων ουσιών.

Μελέτες δείχνουν ότι η εξάρτηση από την κάνναβη δεν είναι ισχυρή και φαίνεται να περιορίζεται σε μάλλον ήπια ψυχολογική εξάρτηση. Η βιολογική εξάρτηση δεν τεκμηριώνεται εφόσον δεν έχει βεβαιωθεί η παρουσία στερητικών συμπτωμάτων κλινικής σημασίας αν και αναφέρονται ήπια συμπτώματα (ευερεθιστότητα, άγχος, διαταραχή ύπνου, ανορεξία, απώλεια βάρους, εφίδρωση, τρεμούλες, διάρροια, ναυτία, εμετός, μυϊκά άλγη και αυξημένη θερμοκρασία σώματος) μετά από χρόνια χρήση υψηλών δόσεων της ουσίας. Έχει διαπιστωθεί επίσης το φαινόμενο της ανοχής μετά από μακροχρόνια χρήση.

Η εξάρτηση από την κάνναβη, σύμφωνα με τα κριτήρια του DSM-IV χαρακτηρίζεται από την επιτακτική ανάγκη για λήψη της ουσίας, από την απασχόληση για την ανεύρεσή της κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους της ημέρας, από τις επιπτώσεις της χρήσης της στον οικογενειακό, ακαδημαϊκό, εργασιακό ή ψυχαγωγικό τομέα της ζωής του ατόμου και από την επιμονή στη χρήση της παρά την επίγνωση ότι προκαλεί στο άτομο προβλήματα σωματικά (π.χ. χρόνιο βήχα ως αποτέλεσμα του καπνίσματος) ή ψυχολογικά (π.χ. υπερβολική χαλάρωση ή αδράνεια ως αποτέλεσμα της χρόνιας χρήσης).

4. Επιδημιολογία

Η κάνναβης είναι σήμερα η περισσότερο διαδεδομένη παράνομη ουσία που χρησιμοποιείται στο δυτικό κόσμο.

Στις ΗΠΑ διαδόθηκε από τους Μεξικανούς εργάτες στις αρχές του αιώνα μας με τη μορφή της μαριχουάνας. Η χρήση της μέχρι το 1960 περιοριζόταν ως επί το πλείστον στο κατώτερο κοινωνικοοικονομικό στρώμα και διατηρούσε μια φυλετική χροιά. Το κίνημα των χίπις υιοθέτησε την μαριχουάνα επηρεάζοντας τους νέους της μέσης και ανώτερης αστικής τάξης και η χρήση της μαριχουάνας διαδόθηκε στους νέους συμβολίζοντας ως ένα μεγάλο βαθμό τη διαμαρτυρία τους κατά του κατεστημένου της αμερικάνικής κοινωνίας. Η ανοδική πορεία στη χρήση της κάνναβης στις ΗΠΑ κορυφώθηκε γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970 όπου το 60% των μαθητών λυκείου ανέφεραν δοκιμή ή συχνότερη χρήση της, ενώ 10.7% ανέφεραν καθημερινή της χρήση. Ακολούθησε μια σημαντική κάμψη της χρήσης μαριχουάνας έως το 1993 αφότου παρατηρείται μια νέα ανοδική πορεία έως σήμερα. Στο σύνολο του γενικού πληθυσμού άνω των 12 ετών, το 1/3 αναφέρει ότι έχει κάνει χρήση μαριχουάνας μια ή περισσότερες φορές στη ζωή ενώ το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 60% στην ηλικιακή ομάδα 26-34 ετών. Χρήση στον τελευταίο χρόνο αναφέρεται από το 10% και μέσα στον τελευταίο μήνα από το 5% ενώ η χρήση είναι επικρατέστερη στους άνδρες από ότι στις γυναίκες σε αναλογία 2 προς 1.

Στην Ευρώπη η χρήση της κάνναβης εμφανίστηκε σαν σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο στους νέους στα τέλη της δεκαετίας του 60 με αρχές του 70. Η χρήση της φαίνεται να σταθεροποιήθηκε στη δεκαετία του 80 ή σε ορισμένες χώρες να μειώθηκε και κάτω από τα επίπεδα του 70, αλλά μετά το 90 αυτή η φάση φαίνεται να αναστρέφεται και αρκετές χώρες αναφέρουν αύξηση της χρήσης. Η αναφερόμενη από το γενικό πληθυσμό χρήση της έστω και μια φορά στη διάρκεια της ζωής στις διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες κυμαίνεται κατά μέσο όρο γύρω στο 12% και η χρήση στους 12 τελευταίους μήνες στο 3%. Στο μαθητικό πληθυσμό εφηβικής ηλικίας η χρήση έστω και μια φορά βρίσκεται στα επίπεδα περίπου του 15%.

Στην Ελλάδα η χρήση του χασίς χρονολογείται από τα τέλη του 19 αιώνα και η εμφάνιση του συνδέεται καθοριστικά με τη δημιουργία του πρώτου προλεταριάτου. Λιμενεργάτες δηλαδή στον Πειραιά που ήρθαν από τη Σύρο μεταφέροντας τις συνήθειες που απέκτησαν από τη συχνή επαφή τους στο λιμάνι της Ερμούπολης με γειτονικούς λαούς-Τούρκους, Αιγύπτιους και Άραβες. Η επιστροφή στρατιωτών από το Μικρασιατικό μέτωπο καθώς και η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα κάτω από αντίξοες συνθήκες συνέβαλαν στην περαιτέρω διάδοση της συνήθειας καπνίσματος της κάνναβης. Η χρήση του χασίς έως το 1960 περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην εργατική τάξη ή σε καλλιτέχνες. Η διάδοση της σύγχρονης επιδημίας στους νέους παρατηρείται κατά κύριο λόγο από τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Στις επιδημιολογικές έρευνες που έγιναν στη χώρα μας το 1993 φαίνεται ότι υπάρχει διπλασιασμός μέσα στην τελευταία δεκαετία του αριθμού αυτών που έχουν χρησιμοποιήσει κάνναβη. Η χρήση της κάνναβης, έστω και μια φορά, αναφέρεται από το 4,6% των μαθητών εφηβικής ηλικίας σε όλη την Ελλάδα και από το 9,4% του γενικού πληθυσμού 12-65 ετών της Αθήνας. Το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 15% για τα άτομα 25-35 ετών.

5. Επιδράσεις και συνέπειες χρήσης

Η Δ-9-THC είναι ουσία λιποδιαλυτή και απορροφάται ταχύτατα μετά από τη λήψη της. Οι επιδράσεις της στο καρδιαγγειακό (αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ταχυκαρδία) και το κεντρικό νευρικό σύστημα (νευροψυχολογικές και συναισθηματικές μεταβολές) κορυφώνονται στα 20 περίπου λεπτά μετά το κάπνισμα και διατηρούνται για 2 έως 3 ώρες. Λόγω της λιποδιαλυτότητας της χημικής ουσίας παρατηρείται επιβράδυνση στην αποδέσμευση των ψυχοδραστικών συστατικών από τους λιπώδεις ιστούς ή από την εντεροηπατική κυκλοφορία με ενδεχόμενο αποτέλεσμα την παράταση των επιδράσεων ή την επανεμφάνιση τους μετά από 12-24 ώρες από τη λήψη της ουσίας.

Φάση τοξίκωσης (οξείας μέθης)

Μεταβολές στη συναισθηματική σφαίρα εκδηλώνονται στη φάση της οξείας μέθης με αίσθημα ευεξίας (high) και ακολουθούν συμπτώματα ευφορίας που συνοδεύονται από γέλιο και υπερβολική αυτοπεποίθηση, χαλάρωση ή και αταραξία. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζεται άγχος, δυσφορία, κοινωνική απόσυρση, παρανοϊκή σκέψη. Στο φυσιολογικό επίπεδο διαπιστώνονται μυδρίαση, αύξηση της όρεξης, ξηροστομία και ταχυκαρδία. Ακόμα η τοξίκωση από κάνναβη αυξάνει την ευαισθησία στην πρόσληψη των αισθητηριακών ερεθισμάτων (φωτεινότερη αντίληψη των χρωμάτων, αντίληψη λεπτομερειών, αίσθημα ότι ο χρόνος διαρκεί περισσότερο). Σε υψηλές δόσεις είναι δυνατό να παρατηρηθούν συμπτώματα αποπροσωποποίησης και αποπραγματοποίησης, αντιληπτικές και αισθητηριακές διαταραχές.

Η τοξίκωση από κάνναβη προκαλεί νευροψυχολογικές διαταραχές στις λειτουργίες της άμεσης μνήμης, στις ικανότητες συγκέντρωσης και προσοχής, στην ικανότητα εκτέλεσης συνθετικών νοητικών διεργασιών, στην αντίληψη της διάρκειας του χρόνου, στις κινητικές δεξιότητες. Παρατηρούνται επίσης νευροφυσιολογικές διαταραχές όπως καταστολή του σταδίου REM του ύπνου και διάχυτη επιβράδυνση του βασικού ρυθμού στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα.

Η ένταση και η διάρκεια των επιδράσεων εξαρτάται από τη δόση, τον τρόπο λήψης, την ατομική αντίδραση και από τις ψυχοκοινωνικές προσδοκίες που συνδέονται με το συγκεκριμένο περιβάλλον όπου γίνεται η χρήση.

Η κλινική και κοινωνική σημασία των παραπάνω διαταραχών όπως π.χ. η επίπτωση στα αυτοκινητιστικά ατυχήματα ή στην ικανότητα οδήγησης αεροπλάνου αποτελούν αντικείμενο μελέτης και συζητήσεων. Αν και συχνά στα υπάρχοντα στοιχεία εμπλέκονται συγχυτικοί παράγοντες λόγω της παράλληλης χρήσης οινοπνευματωδών ή άλλων ουσιών, εντούτοις φαίνεται ότι οι κίνδυνοι από τις συνέπειες της χρήσης κάνναβης είναι υπαρκτοί και συσχετίζονται με τον βαθμό πολυπλοκότητας της δραστηριότητας.

Χρόνιες επιδράσεις

Τα στοιχεία για χρόνιες επιδράσεις από τη χρήση της κάνναβης, δηλαδή τις επιδράσεις πέραν των παροδικών που συνδέονται με την οξεία μέθη μονιμότερων ή μη αναστρέψιμων διαταραχών, είναι συχνά αντιφατικά και όχι επιβεβαιωμένα. Η κλινική σημασία των ευρημάτων δεν είναι επίσης διασαφηνισμένη. Η συνυπάρχουσα συχνά χρήση και άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών (οινόπνευμα, οπιοειδή, παραισθησιογόνα) δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την εξαγωγή συμπερασμάτων.

Στον τομέα των νευροψυχολογικών διαταραχών δεν υπάρχουν επαρκή ευρήματα όταν εφαρμόζονται οι διαθέσιμες νευροψυχολογικές δοκιμασίες. Αυτό όμως δεν αποκλείει την παρουσία μη ανιχνεύσιμων διαταραχών.

Σωματικές βλάβες αναφέρονται από το χρόνιο κάπνισμα κάνναβης στο αναπνευστικό και πνευμονικό σύστημα λόγω της μεγαλύτερης ποσότητας πίσσας και άλλων ερεθιστικών για το αναπνευστικό σύστημα ουσιών που υπάρχουν στα τσιγάρα της κάνναβης σε σύγκριση με αυτά του καπνού, καθώς και της μακρύτερης διάρκειας και βαθύτερης εισπνοής κατά το κάπνισμα τσιγάρου μαριχουάνας σε σύγκριση με αυτό του καπνού. Τα κανναβινοειδή ενοχοποιούνται επίσης για καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος, για καρκινογόνο δράση και για επίδραση στο αναπαραγωγικό σύστημα μέσω της ανασταλτικής επίδρασης στην έκκριση ορμονών (τεστοστερόνης και λουτεΐνης) και της σπερματογένεσης. Οι διαταραχές αυτές θεωρούνται αναστρέψιμες.

6. Ψυχικές διαταραχές

Η χρήση της κάνναβης μπορεί να προκαλέσει ψυχικές διαταραχές που προσομοιάζουν με τις πρωτογενείς ψυχικές διαταραχές όπως οι αγχώδεις, οι συναισθηματικές ή οι ψυχωτικές διαταραχές. Στη διαφορική διάγνωση μεταξύ των ψυχικών διαταραχών που προκαλούνται από τη χρήση της κάνναβης και των πρωτογενών ψυχικών διαταραχών ο κλινικός λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα απαραίτητα τεκμήρια για χρήση της ουσίας, την χρονική σχέση ανάμεσα στην έναρξη και τη λήξη της χρήσης και την έναρξη και τη λήξη των ψυχιατρικών συμπτωμάτων. Εφόσον τα συμπτώματα προηγούνται της έναρξης χρήσης της ουσίας ή επιμένουν επί μακρό μετά το πέρας της οξείας τοξίκωσης (περισσότερο από 4 εβδομάδες) και ενώ το άτομο απέχει της ουσίας, τότε η διαταραχή θεωρείται ως μη προκληθείσα από τη χρήση της ουσίας ή ως επιμένουσα διαταραχή. Ένα πρόσθετο διαφοροδιαγνωστικό στοιχείο αποτελεί η παρουσία μη τυπικών της πρωτογενούς διαταραχής χαρακτηριστικών όπως για παράδειγμα η άτυπη ηλικία έναρξης. Η διαφοροδιάγνωση ανάμεσα στην ψυχική διαταραχή που προκαλείται από την ουσία και την κατάσταση της οξείας τοξίκωσης τεκμηριώνεται από την παρουσία συμπτωμάτων που υπερβαίνουν τα αναμενόμενα από την απλή τοξίκωση και που η σοβαρότητά τους απαιτεί την κλινική προσοχή και παρέμβαση.

Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι τίθεται πάντα το ερώτημα κατά πόσον η χρήση της κάνναβης συμμετέχει στην εκδήλωση των ψυχικών διαταραχών ως πρωτογενής αιτιολογικός παράγων ή ως εκλυτικός επί προϋπάρχουσας ευάλωτης προσωπικότητας, ψυχοπαθολογικής επιρρέπειας ή λανθάνουσας ψυχικής διαταραχής.

Οι αναφερόμενες από το DSM-IV ψυχικές διαταραχές που συνδέονται με τη χρήση της κάνναβης είναι:

Παραληρηματική διαταραχή τοξίκωσης: Πέρα από τις διαταραχές στις γνωστικές λειτουργίες και την αντίληψη που οφείλονται στην τοξίκωση από την κάνναβη και που είναι δυνατό να εμφανιστούν ακόμα και μετά από μικρές δόσεις κάνναβης, η τοξίκωση μπορεί να προκαλέσει και μακρύτερης διάρκειας (έως και 10 ημερών) οργανικού τύπου διαταραχές όπως σύγχυση, αποδιοργάνωση της σκέψης, συναισθηματική αστάθεια, παραλήρημα και ψευδαισθήσεις.

Ψυχωτική διαταραχή: Υψηλές δόσεις κάνναβης μπορεί να προκαλέσουν παροδικές παρανοειδείς διαταραχές ή σε σπάνιες περιπτώσεις τυπικές ψυχωτικές διαταραχές ή να λειτουργήσουν ως ευοδωτικός/ επιταχυντικός παράγοντας στην εκδήλωση σχιζοφρενικής διαταραχής.

Αγχώδης διαταραχή: Έντονο άγχος αλλά και κρίσεις πανικού αποτελούν ένα αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο της τοξίκωσης από κάνναβη. Η εμφάνισή τους σχετίζεται με τη δόση, έχει σύντομη διάρκεια και εμφανίζεται συχνότερα στους μη έμπειρους χρήστες. Οι αντιδράσεις αυτές τροφοδοτούνται από παρανοειδείς σκέψεις που δημιουργούν περίεργους και υπερβολικούς φόβους.

Μη οριζόμενες αλλιώς διαταραχές: Εδώ κατατάσσονται άλλα συμπτώματα που είναι δυνατόν να προκαλέσει η τοξίκωση όπως κατάθλιψη, υπομανία, διαταραχές ύπνου, συμπτώματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Οι διαταραχές αυτές είναι συνήθως αναστρέψιμες μετά από σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή της χρήσης.

Τέλος υποστηρίζεται, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί, ότι η χρόνια χρήση της κάνναβης προκαλεί το σύνδρομο απουσίας κινήτρων (amotivational syndrome) που χαρακτηρίζεται από απώλεια ενδιαφέροντος και επιδιώξεων, απάθεια, δυσκολία στη συγκέντρωση και κοινωνική απόσυρση. Και εδώ πάλι είναι δύσκολο να εκτιμηθεί αν η χρήση της κάνναβης αποτελεί πρωτογενή αιτιολογικό παράγοντα στο σύνδρομο ή αν τα συγκεκριμένα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά του ατόμου προδιαθέτουν για τη χρήση της. Δεν θα πρέπει να υποτιμάται παρ ’όλα αυτά η ενδεχόμενη επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου, καθώς μελέτες σε ζώα αποδεικνύουν ότι η παρατεταμένη χορήγηση Δ-9-THC φαίνεται να προκαλεί δομικές και λειτουργικές μεταβολές στους νευρώνες του ιππόκαμπου.

Η χρήση της κάνναβης συνδέεται με ιστορικό διαταραχής της συμπεριφοράς, διαταραχής αντικοινωνικού τύπου καθώς και διαταραχής του συναισθήματος κατά την παιδική και εφηβική ηλικία. Η επιδημιολογική εικόνα της χρήσης της κάνναβης σχετίζεται με τη σημασία των παραπάνω προδιαθεσικών παραγόντων. Όπως δείχνουν μελέτες στον μαθητικό πληθυσμό στη χώρα μας όπου η χρήση είναι συγκριτικά με άλλες χώρες λιγότερο εκτεταμένη, οι προαναφερθέντες παράγοντες διαταραχής συμπεριφοράς και συναισθήματος φαίνονται να παίζουν, μεταξύ άλλων, αποφασιστικό ρόλο στην έναρξη ή και στη συνέχιση και διατήρηση της χρήσης της κάνναβης.

7. Θεραπεία

Ο χρήστης κάνναβης αρνείται συνήθως να αποδεχθεί ότι κάνει βαριά χρήση της ουσίας, γεγονός που αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην αναζήτηση θεραπείας. Συχνά η αναζήτηση θεραπείας προκύπτει από προβλήματα που εμφανίζονται λόγω της παράλληλης χρήσης οινοπνευματωδών ή άλλων ουσιών.

Οι συνηθέστερες μέθοδοι που εφαρμόζονται στη θεραπεία της κατάχρησης και εξάρτησης από κάνναβη είναι οι ψυχοκοινωνικές, σε «στεγνά» προγράμματα. Η ψυχιατρική αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει στην ανίχνευση υποβόσκουσας ψυχοπαθολογίας και η αντιμετώπισή της να συμβάλλει σημαντικά στη θεραπεία της εξάρτησης και στην πρόληψη της υποτροπής.

Τέλος η θεραπεία ψυχικών διαταραχών που προκαλούνται από τη χρήση κάνναβης αντιμετωπίζονται κατά κύριο λόγο με υποστηρικτικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα στις αγχώδεις διαταραχές. Στις πιο σοβαρές αγχώδεις ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχές εφαρμόζεται συμπτωματική και βραχεία φαρμακευτική αγωγή παράλληλα με τις υποστηρικτικές παρεμβάσεις.

Βιβλιογραφία

European Monitoring Centre on Drugs and Drug Addiction. Annual Report on the State of the Drugs Problem in the European Union. European Communities, 1996.
National Institute on Drug Abuse. National Conference on Marijuana Use: Prevention, Treatment and Research. Conference Highlights. NIH Publications No 96-4106, 1996.

Stefanis, S., Dornbush, R., Fink, M. (editors). Hashish: Studies of Long-Term Use. Raven Press, 1997.

Κοκκέβη, Α., Στεφανής, Κ. Τα Ναρκωτικά στην Ελλάδα: Η διαχρονική πορεία της χρήσης. Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής, Αθήνα 1994.

Κοκκέβη, Α. Η επίδραση της χρόνιας χρήσης καννάβεως στις νοητικές λειτουργίες. Διδακτορική διατριβή. Ιωάννινα, 1976.